Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Dexameni Forum Logo
Σύνδεση

Κοινοβουλευτικοί θεσμοί σε αυταρχικά καθεστώτα

Ο ρόλος δημοκρατικών θεσμών σε μη δημοκρατικά συστήματα

Γεωργία Νικηφορίδου

7 λεπτά ανάγνωσης

pexels-element5-1550337

Η έννοια του κοινοβουλίου είναι άμεσα συνυφασμένη με τη τη λαϊκή αντιπροσώπευση, τη διάκριση των εξουσιών και τη δημοκρατική διακυβέρνηση. Ωστόσο, η ύπαρξη κοινοβουλευτικών θεσμών δεν περιορίζεται αποκλειστικά στα δημοκρατικά πολιτεύματα αλλά απαντάται και σε αυταρχικά καθεστώτα, όπου, αν και συνήθως διατηρούν την τυπική δομή και ορολογία των δημοκρατικών θεσμών, επιτελούν πρακτικά διαφορετικές λειτουργίες.

Η παρούσα έρευνα ακολουθεί μια συνδυαστική μεθοδολογική προσέγγιση, αξιοποιώντας τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά δεδομένα, με στόχο την πληρέστερη κατανόηση της λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών σε απολυταρχικά καθεστώτα. Aκόμα, υιοθετείται μια συγκριτική ανάλυση μελετών περίπτωσης. Συγκεκριμένα, εξετάζονται χώρες όπως η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα, οι οποίες παρουσιάζουν διαφορετικές μορφές αυταρχικής διακυβέρνησης. Επιπλέον, γίνεται χρήση διεθνών δεικτών δημοκρατίας και πολιτικών ελευθεριών, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της έρευνας, όπως την περιορισμένη διαφάνεια των δεδομένων και την πιθανή μεροληψία των επίσημων πηγών.

Οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί είναι οι μηχανισμοί και οι κανόνες που σχετίζονται με η λειτουργία του κοινοβουλίου. Στα δημοκρατικά πολιτεύματα, τα κοινοβούλια λειτουργούν, μεταξύ άλλων, ως βασικοί φορείς νομοθέτησης και ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Αντιθέτως, στα αυταρχικά καθεστώτα η λειτουργία τους συχνά αποκλίνει σημαντικά από αυτό το πρότυπο (Hague & Harrop, χ.χ.). Τα κοινοβούλια ενδέχεται να χρησιμοποιούνται ως εργαλεία νομιμοποίησης, ελέγχου των πολιτικών ελίτ ή ακόμη και διαχείρισης της αντιπολίτευσης, χωρίς να ασκούν ουσιαστική πολιτική εξουσία.

Η προσέγγιση των απολυταρχικών συστημάτων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή λόγω της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας που παρουσιάζουν. Ως απολυταρχικά ορίζονται τα συστήματα που βασίζονται στην υποταγή στην εξουσία ενός ηγέτη ή μιας ηγετικής ομάδας και χαρακτηρίζονται από δεσποτισμό, περιορισμένο πολιτικό πλουραλισμό και αδύναμη αντιπολίτευση, από την ύπαρξη αρχουσών ελίτ και δικτύων πελατειακών σχέσεων. Τα περιστατικά παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι, επίσης, συνήθη. Είναι, ωστόσο, απαραίτητο να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τύπους συστημάτων, δηλαδή και οι δύο παρουσιάζουν δημοκρατικά στοιχεία και αντίστροφα (Hague & Harrop, χ.χ.).

Στην παρούσα ανάλυση, η αξιολόγηση των πολιτικών συστημάτων γίνεται με βάση τον δείκτη του Varieties of Democracy Project (V-Dem). Ειδικότερα, ως αυταρχικές ορίζονται οι περιπτώσεις που καταγράφονται χαμηλές τιμές στους δείκτες εκλογικής και φιλελεύθερης δημοκρατίας του V-Dem, οι οποίοι αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, την ποιότητα των εκλογών, την προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων και την ύπαρξη θεσμικών περιορισμών στην εκτελεστική εξουσία (V-Dem Institute, χ.χ). Ενδεικτικά, η Βόρεια Κορέα κατατάσσεται σταθερά σε πολύ χαμηλά επίπεδα στους δείκτες V-Dem, αντανακλώντας την απουσία εκλογικού ανταγωνισμού και πολιτικών ελευθεριών . Αντίστοιχα, η Ρωσία παρουσιάζει χαρακτηριστικά εκλογικού αυταρχισμού, με περιορισμένη πολιτική αντιπολίτευση και ελεγχόμενες εκλογικές διαδικασίες. Αντιθέτως, δημοκρατικά κράτη, όπως η Σουηδία και η Δανία, εμφανίζουν σταθερά υψηλές επιδόσεις στους ίδιους δείκτες (V-Dem Institute, 2026).

Στα αυταρχικά καθεστώτα, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί λειτουργούν υπό σημαντικούς θεσμικούς περιορισμούς που περιορίζουν την αυτονομία και την αποτελεσματικότητά τους. Ο ρόλος τους είναι εξ ορισμού πιο περιορισμένος συγκριτικά με τα δημοκρατικά (Hague & Harrop, χ.χ.). Αρχικά, ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν είναι η εργαλειοποίησή τους για τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Η ύπαρξη κατ’ επίφαση δημοκρατικών θεσμών μετριάζει τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερικής προέλευσης κριτική προς το καθεστώς. Παρά την πιθανή διεξαγωγή εικονικών ή χειραγωγούμενων εκλογών, ένας θεσμός που μοιάζει με κοινοβούλιο δημιουργεί την εντύπωση λαϊκής εκπροσώπησης και συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων (Wiebrecht, 2024). Έτσι, απορροφώνται οι εσωτερικές αντιδράσεις ενώ παράλληλα, προστατεύονται οι ηγέτες του καθεστώτος από την κριτική που ενδεχομένως δέχονται από διεθνείς οργανισμούς ή άλλα κράτη, διευκολύνοντας την ανάπτυξη διπλωματικών και οικονομικών σχέσεων και συνεργασιών (Hague & Harrop, χ.χ.).

Παράλληλα, τα κοινοβούλια λειτουργούν ως μηχανισμοί ενσωμάτωσης και ελέγχου των ελίτ. Σε ένα αυταρχικό καθεστώς, η διατήρηση της εξουσίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών ομάδων συμφερόντων, όπως οικονομικές ελίτ, τοπικοί ηγέτες ή ανώτερα στελέχη του κράτους. Η ενσωμάτωση των ελίτ και η παροχή ειδικών προνομίων και εικονικής εξουσίας σε αυτές διασφαλίζει τη σταθερότητα και τη στελέχωση κάθε απολυταρχικού καθεστώτος (Wiebrecht, 2024) .

Επιπρόσθετα, η ένταξη μετριοπαθών αντιφρονούντων στο πολιτικό σύστημα διοχετεύει τις πολιτικές και κοινωνικές διαφωνίες σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον, το οποίο αποτρέπει την εκδήλωση έντονων μορφών διαμαρτυρίας. Έτσι, υπάρχει αντιπολίτευση, η οποία όμως δεν έχει ουσιαστικό θεσμικό ρόλο και ελευθερία δράσης. Ταυτόχρονα, τα κοινοβούλια δρουν ως «ελεγχόμενοι θεσμικοί δίαυλοι», μέσω των οποίων οι ηγέτες κάνουν κάποιες παραχωρήσεις για την ικανοποίηση κάποιων συμφερόντων με στόχο τον συμβιβασμό και την φαινομενική επίτευξη «κοινωνικής ειρήνης» (Hague & Harrop, χ.χ.).

Ένας ακόμη σημαντικός ρόλος των κοινοβουλίων είναι η παροχή πληροφοριών προς την εξουσία. Σε καθεστώτα όπου η ελευθερία της έκφρασης είναι περιορισμένη, η ηγεσία ενδέχεται να δυσκολεύεται να αντιληφθεί την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την παραμονή της στην εξουσία. Οι βουλευτές, ακόμη και αν δεν εκλέγονται μέσω πλήρως ελεύθερων διαδικασιών, λειτουργούν ως μεσολαβητές μεταξύ της κοινωνίας και της εξουσίας, μεταφέροντας αιτήματα, προβλήματα και ανησυχίες (Hague & Harrop, χ.χ.). Έτσι, το κοινοβούλιο μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο για τη συλλογή πληροφοριών και την διαμόρφωση πολιτικής στρατηγικής.

Παρά τα παραπάνω, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα κοινοβούλια στα αυταρχικά καθεστώτα σπάνια διαθέτουν ουσιαστική ανεξαρτησία. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αποφάσεις λαμβάνονται εκ των προτέρων από την κυρίαρχη ελίτ ή τον ηγέτη, και το κοινοβούλιο καλείται απλώς να τις επικυρώσει. Επίσης, παρατηρείται έλλειψη θεσμικής ανεξαρτησίας καθώς οι βουλευτές συχνά εξαρτώνται από το κυβερνών κόμμα ή από τον ηγέτη για την πολιτική τους επιβίωση. Σε μονοκομματικά ή κυριαρχούμενα από ένα κόμμα συστήματα, όπως στην Κίνα, η κομματική πειθαρχία περιορίζει σημαντικά την αυτονομία των βουλευτών. Αντίστοιχα, η δράση των αντιπολιτευτικών κομμάτων μπορεί να περιορίζεται είτε από συνταγματικούς και νομικούς περιορισμούς, είτε από άτυπους, για παράδειγμα από λογοκρισία, απειλές ή εκφοβισμό και έλεγχο των μέσων ενημερώσης.

Η περίπτωση της Ρωσίας

Η Ρωσία κατατάσσεται στα αυταρχικά καθεστώτα στον δείκτη V-Dem (V-Dem Institute, 2025) . Αυτό προκύπτει από πολύ χαμηλές επιδόσεις στον βασικό δείκτη «εκλογικής δημοκρατίας» (Electoral Democracy Index), ο οποίος μετρά αν υπάρχουν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και πολιτικές ελευθερίες. Ωστόσο, η περίπτωση της Ρωσίας παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς απεικονίζει πώς ένας απολυταρχικός ηγέτης καταφέρνει να διατηρεί τον έλεγχο σε ένα πολυκομματικό σύστημα. Η τάση δημοκρατικής υποχώρησης, που καταγράφεται από τον V-Dem τις τελευταίες δεκαετίες, αντανακλά την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και τη σταδιακή αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου. Ιδιαίτερος είναι και ο ρόλος της αντιπολίτευσης στην ρωσική πολιτική. Ενώ υπάρχουν κόμματα, εκτός του κυβερνώντος, που συμμετέχουν στις εκλογές, θεωρείται ότι ασκούν «συστημική αντιπολίτευση». Περιορίζουν, δηλαδή, τη δράση τους εντός των ορίων που θέτει το καθεστώς, χωρίς να το αμφισβητούν ουσιαστικά (Freedom House, 2026). Ακόμα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιμετωπίζουν και άλλα εμπόδια, όπως περιορισμένη έκθεση στα μέσα ενημέρωσης και νομικά ή διοικητικά εμπόδια (Krol, 2017). Επομένως, το κοινοβούλιο στη Ρωσία λειτουργεί κυρίως ως επικυρωτικός φορέας των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς να ασκεί ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο.

Η περίπτωση της Βόρειας Κορέας

Η Βόρεια Κορέα αναφέρεται συχνά ως παράδειγμα ολοκληρωτικού καθεστώτος, επειδή δεν περιορίζεται στον πολιτικό έλεγχο, αλλά επιχειρεί να διαμορφώσει και την ιδεολογική συνείδηση των πολιτών μέσω της κρατικής ιδεολογίας και της προσωπολατρίας γύρω από την οικογένεια Κιμ. Ωστόσο, ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές προτιμούν τον όρο «αυταρχικό» ή «νεο-ολοκληρωτικό», επειδή θεωρούν ότι το κλασικό μοντέλο του ολοκληρωτισμού (όπως περιέγραφε η Arendt για τη ναζιστική Γερμανία και τη σταλινική ΕΣΣΔ) δεν εφαρμόζεται απόλυτα σε όλες τις σημερινές περιπτώσεις.

Η Freedom House (2025) περιγράφει τη Βόρεια Κορέα ως ένα μονοκομματικό και δυναστικό καθεστώς, με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά και εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η περιγραφή αυτή επιβεβαιώνει την κατάταξή της στους δείκτες του V-Dem Institute ως «κλειστή αυταρχία», όπου οι πολιτικοί θεσμοί λειτουργούν μόνο τυπικά και χωρίς ουσιαστική ανεξαρτησία (V-Dem Institute, 2025). Στο πλαίσιο αυτό, το κοινοβούλιο δεν αποτελεί ανεξάρτητο νομοθετικό σώμα, αλλά συμφωνεί με τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, επιβεβαιώνοντας τον περιορισμένο έως ανύπαρκτο ρόλο των κοινοβουλευτικών θεσμών σε τέτοιου τύπου καθεστώτα.

Συμπερασματικά, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί στα αυταρχικά κράτη έχουν κυρίως συμβολικό και επικυρωτικό ρόλο για το καθεστώς ενώ σπανίως λειτουργούν ως ανεξάρτητοι φορείς. Παρόλα αυτά η μελέτη τους παραμένει σημαντική για την κατανόηση των τρόπων μέσω των οποίων οι απολυταρχικές ηγεσίες θωρακίζουν την εξουσία τους, ενώ δεν είναι απίθανο να αποτελέσουν μελλοντικά διαύλους προς δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Γεωργία Νικηφορίδου

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ

Γεωργία Νικηφορίδου

Καμία περιγραφή προς το παρόν.Διαβάστε περισσότερα

Απαντήσεις (0)

Μοιραστείτε τις σκέψεις σας για αυτό το άρθρο.

    Οι συγγραφείς μας

    Προβολή όλων

    Γεωργία Νικηφορίδου

    Φίλιππος Αναγνωστοπουλος

    Παπουλίδου Δήμητρα

    Χριστίνα Μαντζούφα

    Κώστας Πολατίδης

    Θεοφάνης Σιμόπουλος

    Σχετικά άρθρα

    Διακυβέρνηση Ερντογάν: ισχύς στο εσωτερικό, ρίσκο στο εξωτερικό; Η πολιτική μιας χώρας σε απόλυτη μετάβαση

    Διακυβέρνηση Ερντογάν: ισχύς στο εσωτερικό, ρίσκο στο εξωτερικό; Η πολιτική μιας χώρας σε απόλυτη μετάβαση

    Το άρθρο επιχειρεί να εξετάσει τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, εστιάζοντας στη συγκέντρωση εξουσίας, στις οικονομικές επιλογές και στη γεωπολιτική στρατηγική, αναζητώντας παράλληλα τα όρια και τις προοπτικές αυτού του μοντέλου.

    Παπουλίδου ΔήμητραAnalysis
    Είναι η πολιτική έκφραση της τέχνης επιλογή ή αναγκαιότητα;

    Είναι η πολιτική έκφραση της τέχνης επιλογή ή αναγκαιότητα;

    Η τέχνη ισορροπεί ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και την ανάγκη για πολιτική τοποθέτηση, επηρεάζοντας τη σκέψη και την κοινωνία. Ο ρόλος της δεν είναι σταθερός, αλλά διαμορφώνεται δυναμικά από την εποχή, τις κρίσεις και το κοινό της.

    Χριστίνα ΜαντζούφαCultural

    Περισσότερα από Γεωργία Νικηφορίδου